αἰσχυντήρ

αἰσχυν-τήρ, ῆρος, ,
A dishonourer, of Aegisthus, A.Ch.998.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αισχυντήρ — αἰσχυντήρ ( ῆρος), ο (Α) [αἰσχύνω] αυτός που ντροπιάζει τη συζυγική τιμή κάποιου άλλου, ο μοιχός …   Dictionary of Greek

  • αἰσχυντῆρος — αἰσχυντήρ dishonourer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισχύνω — (Α αἰσχύνω) 1. ντροπιάζω, αμαυρώνω, ρεζιλεύω 2. μέσ. ντρέπομαι, ντροπιάζομαι, αισθάνομαι αισχύνη αρχ. 1. κάνω άσχημο, ασχημίζω, παραμορφώνω («αἱματόεν ρέθος αἰσχύνει» Σοφ. Αντιγόνη, 529) 2. ατιμάζω (γυναίκα), μοιχεύω 3. περιφρονώ, απαξιώ 4. μέσ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.